διαστηρίζω

διαστηρίζω,
A make firm, strengthen, AP6.203 (Laco or Phil.):— [voice] Pass., prop oneself up, secure one's footing, Hp.Ep.17.
II fix firmly, Nonn.D.2.659, 36.369.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαστηρίζω — (Α) 1. κάνω σταθερό κάτι, δυναμώνω 2. μέσ. στηρίζομαι, πατάω σταθερά 3. στερεώνω, προσηλώνω …   Dictionary of Greek

  • διαστηριζόμενος — διαστηρίζω make firm pres part mp masc nom sg διαστηρίζω make firm pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστηρίζοντος — διαστηρίζω make firm pres part act masc/neut gen sg διαστηρίζω make firm pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεστηριχότα — διαστηρίζω make firm perf part act neut nom/voc/acc pl διαστηρίζω make firm perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεστηρίχθαι — διαστηρίζω make firm perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεστήριζεν — διαστηρίζω make firm imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεστήριξε — διαστηρίζω make firm aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.